Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Η σημειολογία του έρωτα

(Ένα εικαστικό σχεδίασμα)



Ας πάρουμε ένα οποιοδήποτε μουσικό όργανo. Ας πούμε ένα πιάνο. Ένα μεγάλο, μαύρο πιάνο με ουρά. Το πιάνο μας βρίσκεται σε μια όμορφη αίθουσα. Γύρω από το πιάνο μας υπάρχει μια τεράστια τζαμαρία που ατενίζει την απεραντοσύνη της θάλασσας.
Δεν έχει σημασία αν η θάλασσα είναι ήρεμη ή ταραγμένη. Κάπου είναι ήρεμη και κάπου αλλού όχι. Όλες οι θάλασσες είναι η ίδια θάλασσα. Η αίθουσα βρίσκεται μόνη της. Δεν είναι μέρος ενός ευρύτερου αρχιτεκτονήματος.
Παράλογα μόνη υψώνεται φιλοξενώντας μέσα της ένα οποιοδήποτε μουσικό όργανο,ας πούμε ένα μεγάλο, μαύρο πιάνο με ουρά.
Κανείς δεν ξέρει αν πρώτα χτίστηκε η αίθουσα και μετά μπήκε το πιάνο ή αν η αίθουσα κτίστηκε για αυτό το μαύρο πιάνο. Η αίθουσα δεν έχει πόρτα και, ενώ όλοι γνωρίζουν την ύπαρξή της, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος για να φτάσεις εκεί. Η άφιξη δεν είναι διαδικασία, είναι συμβάν. Ο κάθε ένας που μπαίνει στην αίθουσα ούτε γνωρίζει πώς μπήκε, ούτε πόσο θα παραμείνει. Όλοι όμως γνωρίζουν ένα πράγμα. Πρέπει να παίξουν πιάνο. Είναι ένα ομολογουμένως περίεργο μουσικό όργανο - αυτό το μεγάλο μαύρο πιάνο με την ουρά - ένα μουσικό όργανο για το οποίο δεν υπάρχουν παρτιτούρες και στο οποίο δεν παίζει κανέναν ρόλο η μουσική παιδεία. Κάθε άνθρωπος παίζει την μελωδία που του υπαγορεύει η ψυχή του, μια μελωδία που πάντα είναι αφιερωμένη σε κάποιον άλλον άνθρωπο. Υπάρχουν εκείνες οι στιγμές που αυτός ο άλλος άνθρωπος κάθεται δίπλα και εκείνες οι άλλες, όπου το σόλο γίνεται ντουέτο. Η μελωδία δεν είναι απαραίτητα όμορφη ούτε στο σόλο, ούτε στο ντουέτο.
Οι συγχορδίες αλλάζουν και η αίθουσα γεμίζει κάθε φορά από μια μουσική απρόβλεπτη και ο ρυθμός βάφει την αίθουσα με τα συναισθήματά του, με την ψυχή του ανθρώπου που παίζει στο πιάνο. Και η θάλασσα ακολουθεί.
Έρχεται κάποια στιγμή που ο κάθε άνθρωπος φεύγει - ποτέ οικειοθελώς - από αυτή την αίθουσα. Έτσι ξαφνικά. Όπως μπήκε. Όλοι βγαίνουν αλλαγμένοι από την αίθουσα. Όλοι θυμούνται για πάντα το τραγούδι τους. Κάποιοι εγκλωβίζονται σε αυτό. Κάποιοι άλλοι μαθαίνουν να ζουν με την ανάμνησή του.
Κάποιοι - λιγότεροι - το ντουέτο των οποίων ήχησε στους ίδιους μάλλον όμορφα, αποφασίζουν να συνεχίσουν μαζί τον δρόμο τους - έχοντας την ανάμνηση κοινή - ακόμα και έξω από την αίθουσα. Κάποιοι τυχεροί ξαναμπαίνουν. Υπάρχουν, όμως, και εκείνοι που δεν βγαίνουν ποτέ από την αίθουσα, εκείνοι που τους έπνιξε η μουσική τους.
Ο χρόνος παραμονής στην αίθουσα δεν έχει σημασία γιατί εκεί ο χρόνος είναι διαφορετικά μετρήσιμος. Είναι ο χρόνος της μουσικής. Το διάστημα μεταξύ στιγμής και αιωνιότητας παύει να υφίσταται, όλος ο χρόνος συγκλίνει στο ίδιο και το αυτό σημείο και μέτρο άλλο δεν υπάρχει παρά η ψυχή.
Αυτό που δεν καταλαβαίνουν πολλοί, είτε πριν, είτε κατά τη διάρκεια, είτε μετά είναι ότι ναι μεν έχει αξία το τι μουσική θα παίξει ο καθένας, αλλά έχει διπλή - και ίσως αυτή να είναι και όλη αξία - απλά το ότι θα παίξει και όχι το τι. Εφόσον κάποιος μπει στην αίθουσα σημασία έχει να παίξει και όχι τι θα παίξει. Κι όταν η μουσική τελειώσει, ακόμα κι αν τελειώσει - όπως ίσως να νομίσει - βίαια και άδοξα, ο κάθε άνθρωπος ας αναλογιστεί την μουσική του, αλλά ας αναγνωρίσει πρώτα το ίδιο το γεγονός ότι κάθισε στο πιάνο.
Ας πάρουμε ένα οποιοδήποτε μουσικό όργανο. Ας πούμε ένα πιάνο. Ένα μεγάλο μαύρο πιάνο με ουρά. Το πιάνο μας βρίσκεται σε μια όμορφη αίθουσα. Γύρω από το πιάνο μας υπάρχουν πολλές συζητήσεις. Συζητήσεις ανθρώπων που έχουν μπει στην αίθουσα, ανθρώπων που φαντάζονται την αίθουσα, το πιάνο, τη θάλασσα, τη μελωδία. Πρόκειται για μια συζήτηση που διαρκεί αιώνες. Μια ιστορία παλιά, όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος. Ο καθένας, ανάλογα με την εποχή του, την κοινωνία του, τις εμπειρίες του, την κλίση του, μίλησε γι’ αυτό.
Πολλοί έγραψαν κείμενα θεωρητικά, πολλοί το ζωγράφισαν, πολλοί έγραψαν μουσική, πολλοί ποίηση, πολλοί οτιδήποτε. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι αυτό το μεγάλο, μαύρο πιάνο με την ουρά, η αίθουσα και η μουσική, έχουν καταναλώσει πολύ φαιά ουσία της ανθρωπότητας. Ησίοδος, Σαπφώ, Πλάτωνας, Ευριπίδης, Σολομώντας, οι άγνωστοι συγγραφείς του
«Χίλιες και μία Νύχτες», Άγιοι Πατέρες, Άγιος Αυγουστίνος, Δάντης, Μιχαήλ Άγγελος, Οβίδιος, Ιωάννης του Σταυρού, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Φρόυντ, Σταντάλ, Μπωντλαίρ, Πικάσσο, Ουίλλιαμς, Ελύτης, Παζ, Μπαρτ, Μπωντριγιάρ. Ο κατάλογος είναι ατελείωτος και δεν έχει κανένα νόημα η παράθεσή του. Κάθε στιγμή, σε κάθε εποχή, σε κάθε τόπο είναι πολλοί οι άνθρωποι που σκέφτονται ένα μεγάλο, μαύρο πιάνο με ουρά, μια αίθουσα, μια μελωδία και μια θάλασσα, ακόμα και σε εποχές όπου δεν υπήρχε πιάνο, αλλά ένα οποιοδήποτε άλλο μουσικό όργανο.
Ο κάθε ένας έδωσε την δική του οπτική, ο κάθε ένας το βάπτισε όπως ήθελε και του έδωσε τις ιδιότητες που πίστεψε ότι είχε. Άλλοι περιέγραψαν το πιάνο, άλλοι την αίθουσα, άλλοι το πιάνο σε σχέση με την αίθουσα, άλλοι τον άνθρωπο, άλλοι τη μελωδία. Ο κάθε ένας ό,τι τον ενέπνευσε, στον συνδυασμό που τον ενέπνευσε. Πολλοί είδαν την αίθουσα στην πάροδο του χρόνου και είπαν ότι άλλαξε. Πολλοί είπαν ότι είναι εφεύρεση ή επανακάλυψη. Άλλοι είπαν ότι είναι κρυστάλλωση και άλλοι τους κατηγόρησαν γι’ αυτό. Άλλοι την εξήγησαν ιατρικά. Άλλοι την είδαν να διολισθαίνει στον μεταμοντερνισμό του παρόντος τους. Να χάνεται στον καταναλωτισμό και στην απάθεια των σύγχρονών τους.
Εγώ με τη σειρά μου βλέπω όχι την αίθουσα, όχι το πιάνο, όχι τον άνθρωπο, όχι τη μουσική, όχι τη θάλασσα. Βλέπω τις νότες. Βλέπω μια βάση, μια πρώτη ύλη, κάποια συστατικά. Στο πέρασμα των χρόνων, στο πέρασμα των τόπων, στο πέρασμα των ανθρώπων οι ήχοι, οι μελωδίες, το πιάνο - ένα οποιοδήποτε μουσικό όργανο - οι θάλασσες αλλάζουν. Η βάση, όμως, οι νότες, παραμένουν κοινές. Η μουσική μπορεί να κρίνεται ως θεϊκή ή εξευτελισμένη, τόκος εν τω καλώ ή τω κακώ, όμως η μουσική παραμένει μουσική. Και όσο υπάρχει μελωδία, η όποια μελωδία, οι νότες θα είναι οι ίδιες. Αυτό που αλλάζει είναι οι συγχορδίες, ο συνδυασμός, οι αναγνώσεις, οι εποχές, οι άνθρωποι. Άλλωστε καμία μελωδία δεν μοιάζει με κάποια άλλη. Είναι πιστεύω, οι μουσικές σαν τους ανθρώπους. Απρόβλεπτες, τυχαίες, ανομοιοκατάληκτες, πάντα εξαιρέσεις σε κανόνες.

Έρωτας.Τι είναι ο έρωτας; Ένα μαύρο πιάνο με ουρά, σε μια γυάλινη αίθουσα και γύρω γύρω θάλασσα; Και γύρω γύρω μουσική; Το καθρέφτισμα της ψυχής εκείνου που παίζει στο πιάνο; Έρωτας. Μια ψυχή που πάλλεται στο όνομα κάποιας άλλης ψυχής.
Εν ρυθμώ, ακόμα κι αν η άλλη ψυχή αδυνατεί να ακούσει την μελωδία. Έχει άραγε σημασία; Θεμιτό το άκουσμα, θεμιτή η απόκριση, αλλά τα συναισθήματα που εκπορεύονται, οι μελωδίες, είναι προσωπικές. Το ιδανικό είναι η σύγκληση, αλλά ακόμα και αν υπάρξει είναι τυχαία και πάντα συμπληρωματική. Ποτέ δύο άνθρωποι δεν παίζουν την ίδια μελωδία. Κι όμως μπορεί στις μελωδίες τους να υπάρχει αυτός ο κοινός εσωτερικός ρυθμός, ο αμοιβαίος, που είναι και το ζητούμενο...


(Απόσπασμα από διπλωματική εργασία στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών Πολιτιστική Πολιτική, Διοίκηση και Επικοινωνία του Παντείου Παν/μίου, Αντώνιος Κούρκουλος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου