Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Μανόλης Αναγνωστάκης ~ Κι εγώ π' αγάπησα τόσο τη θάλασσα...


ΕΠΟΧΕΣ 2
VIII

Απ' το αρχείο του Γ. Ζεβελάκη

Έφυγαν όλοι μακριά. Κι όμως δεν πάει καιρός πολύς         
Ή ίσως έμειναν τυραννικά στην ακοή μας τα τελευταία
Σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών, τα τελευταία
Κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα, θάνατοι
Αλλόκοτοι που δε θυμάσαι την πικρή χρονολογία.
Καιρός δεν πάει πολύς. Καιρός δεν πάει πολύς.
Κάποτε το’ χα και τούτο πιστέψει: πάντα είναι αργά για κάθε τι
Προσήλωση στις νεκρωμένες οσμές που μισανοίγουν
Τα χείλη. Στην αφοσίωση που δε νικά τη φρόνηση
- Θα ξεπηδήσει των μετέπειτα η πολυχρωμία -
Γιατί κι η αγάπη όμως να’ναι η ίδια παντού;
Στα γκρεμισμένα σπίτια που ολοφύρεται η βροχή
Στα σάπια κρεβάτια που κοιμίσαν τόσες θύμησες
Στα λιμάνια, στις απόμακρες χαμένες πολιτείες
Στ’ ακρογιάλι με τ’ αχνάρια του παλιού καλοκαιριού.
Κι η γυναίκα πέρασε στο δρόμο, κάποια γυναίκα τι σημασία,
Έβαψε, πόρνη, τα ράκη της στο χρώμα της εγκατάλειψης
Μέτρησε τη μνήμη της: «είναι καιρός» ή «τόσα χρόνια»
Περνώντας τους διαβατικούς, εκλιπαρούν, ξέρει τι θέλει
Τι νοιάζει, σανατόριο, σπίτι στ’ ακροθαλάσσι, συνοικία,
Κορμί χωρίς περίβλημα παρωχημένης πολυτέλειας
Αιώρηση μοναχικής στιγμής στο πριν και μετά της θυσίας.
Έφυγαν όλοι μακριά. Κι όμως δεν πάει καιρός πολύς.
Αγάπη, Αγάπη μου. (Τόσος καιρός!). Ήμουνα τάχα πλασμένος κι εγώ
Να φιλήσω τα χέρια σου ν’ αρωματίσω το κορμί σου
Ν’ αστράψω το σπαθί μου στη θήκη του πάθους σου.
(Και πόσα φώτα. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι κόσμο
Κάπου σε μιαν αυλή. Την αγαπούσε
Και την παντρεύτηκε. Του δόθηκε, της είχαν κάποτε
Μιλήσει: «κάπως έτσι». Είν’ όλα τόσο εύκολα!
Πού πάει αυτός ο κόσμος.
Σκέφτεσαι τι θ’ αλλάξει. Προσμένει κάθε βράδυ το παιδί της
Είναι καμπούρης ή κουτσός. Κάποτε αποσταμένος
θα γυρίσει
Από τους δρόμους που πουλάει τσιγάρα στους διαβάτες
Αργά το βράδυ - 12 ή μια ή δυο. Μέσα στα κέντρα
Και πόσα φώτα! Είναι παιδί· μόνο νυστάζει
Δε νιώθει τίποτε απ’ το μοίρασμα της σάρκας.
Τόσα κορμιά. Τι θέλει αυτός ο κόσμος; Και νυστάζει).
Έφυγαν όλοι. Μακριά. Ποιο να ’ναι τ’ όνομά τους;
Ήταν οι φίλοι, τι τυραννία. Πώς το ζητά
Κανείς, κάπως να ζήσει έτσι χωρίς
Να στερήσει τον ίσκιο τ’ αλλουνού, έτσι χωρίς
Να κλέψει την ισχνή χαριτωμένη του αναζήτηση.
(Και τι ζητούσε ο άνθρωπος; Το βράδυ μιαν εφημερίδα).
Ήταν οι φίλοι. Ασήμαντες απαριθμήσεις ημερών
Τάχα μιαν έκθαμβη παρέλαση, στο βάθος όλες οι δικές σου αποτυχίες
Έφταιγες σ’ όλα - ήταν οι φίλοι. Ποιος δεν αρνήθηκε ποτέ.
Έρημοι δρόμοι με χιόνι όπως στα ξένα καρτ-ποστάλ
Που σ’ όποια γλώσσα λεν κι αυτά «χρόνια πολλά» ή «καλώς ήλθες»
Πάρκα τ’ Αυγούστου, γυναίκες χωρίς διάστημα
Τραγούδια γιορτινά όταν γυρνάς στα παιδικά σου χρόνια.
Ήταν οι φίλοι. Δεν πάει καιρός πολύς.
Τα σύννεφα πέφτουν σωρός το ’να πάνω στ’ άλλο
Μια στιγμή θα φωνάξεις «βοήθεια!» κι ύστερα πάλι σιωπή
- «Πάντα είναι αργά για κάθε τι» - μάλιστα τώρα
που νιώθεις πως κοιτάζεις πια με δυο γυαλένια μάτια.


Κι εγώ π’ αγάπησα τόσο τη θάλασσα
Κι εγώ π’ αγάπησα τα πλοία που σφυρίζουνε στη βραδινήν ομίχλη
Κι εγώ που ήμουνα πάντα ένα μαντίλι στο ψηλότερο κατάρτι
Κι εγώ π’ αγκάλιασα το κάθε τι που πέρασε μπροστά μου
Αυτήν που ζητούσα δεν τη συνάντησα ούτε στα πιο μεθυσμένα μου όνειρα.



Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα 1941-1971, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2000
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου