Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Αντώνης Σουρούνης ~ Αντίο, Νούση


Φωτ.: Δημήτρης Ποσάντζης
Υπήρχε τόση ησυ­χία, που μπο­ρούσε να ακού­σει τη σιωπή. Πρώτη φορά άκουγε την απόλυτη σιωπή μέσα στη φύση και του φάνηκε να εμπε­ριέ­χει όλους τους ήχους της γης. Σαν κάτι γέρους που σωπαί­νουν, επειδή ξέρουν τόσα πολλά. Ή ξέρουν τόσα πολλά, επειδή σωπαί­νουν. Γύρω του όλα έμοια­ζαν νεκρά, αλλά δεν ήταν. Ο Νού­σης ήταν σίγου­ρος γι' αυτό. Όπως ο ίδιος μπο­ρεί να έμοιαζε με όρθιο νεκρό, αλλά ένιωθε γεμά­τος δύναμη και ζωή. Τόση δύναμη και ζωή, που δεν ήξερε τι να τις κάνει και προς τα πού να τις διοχετεύει. Στις μεγα­λου­πό­λεις όπου ζούσε μέχρι τώρα, γνώ­ριζε πόση ενέρ­γεια χρειά­ζε­ται για το ένα και τ’ άλλο ώστε να επι­βιώ­νει και να συνε­χί­ζει την επό­μενη μέρα, όμως αυτό εδώ ήταν κάτι τελείως πρωτόγνωρο και τον έβγαζε όχι μόνο από τα νερά του, αλλά και από τα χώματά του. Ένιωθε ικα­νός να κάνει κάτι μεγάλο, κάτι που δεν είχε σκε­φτεί, ή δεν είχε τολ­μή­σει ποτέ, αλλά δεν ήξερε τι. Θα μπο­ρούσε, ας πούμε, να βου­τή­ξει στη σκο­τεινή θάλασσα και το πρωί να πιει τον καφέ του στο
απέ­να­ντι νησί ή να τρέ­ξει ολό­γυρα τον γύρο της Πελο­πον­νή­σου και το μεση­μέρι να τρώει το πρό­γευμά του σ’ αυτό εδώ το δωμά­τιο. Δεν θα πετύ­χαινε και τίποτε σπου­δαίο, αλλά θα άδειαζε από πάνω του αυτό το άγνω­στο φορτίο, που το βάρος και η ύλη του ήταν ικανά να τον τρε­λά­νουν και να τον σπρώ­ξουν να κάνει κακό στον ίδιο του τον εαυτό για να λυτρω­θεί.

Είδε τον καφέ να φου­σκώ­νει και τον κατέ­βασε από το μπρίκι. Κάτι τέτοιο θα έπρεπε να κάνει και με τον εαυτό του, αισθα­νό­ταν ότι και ο ίδιος είχε φου­σκώ­σει κι ήταν έτοι­μος να ρου­φη­χτεί, όμως ποιος θα τον έπινε; Ο Νού­σης απο­ρούσε και τρό­μαζε πάντα στη σκέψη ότι πάνω στη χαρά του έρωτα η θηλυκή αρά­χνη κατα­βρο­χθί­ζει το αρσε­νικό και δεν θα το πίστευε αν του έλεγε κάποιος ότι πάνω στη χαρά της ζωής ο άνθρω­πος τρώει τον ίδιο του τον εαυτό. Το παρα­δε­χό­ταν πως γνώ­ριζε αρκετά πράγ­ματα από κείνα που σε κάνουν δυστυ­χι­σμένο κι ελά­χι­στα από τ’ άλλα που σε κάνουν ευτυχή. Στη ζωή του υπήρ­χαν πάντα άνθρω­ποι κοντά για να του διδά­ξουν τα κακά, όμως τα καλά έπρεπε να τα μάθει μόνος του. Όχι γιατί δεν υπήρ­χαν πρό­θυ­μοι δάσκα­λοι και γι’ αυτό, αλλά ο ίδιος έπρεπε να το πιά­σει με το χέρι του και να το κάνει χει­ρο­πια­στό για να το πιστέ­ψει.
Δέκα μέτρα πέρα βρι­σκό­ταν η θάλασσα και άκουγε τον ήσυχο παφλα­σμό της. Ακου­γό­ταν σαν την ανάσα ενός μωρού που κοι­μό­ταν. Σίγουρα όταν ήταν μωρό ανά­σαινε κι αυτός έτσι στον ύπνο του. Μπο­ρεί και στον ξύπνιο του, αλλά είναι αργά πια να το μάθει, όλοι όσοι τον κανά­κευαν και φρό­ντι­ζαν να αντρω­θεί έχουν πια πεθά­νει. Λες και ήταν αυτός ο προ­ο­ρι­σμός τους και μετά δεν υπήρχε λόγος πλέον να παρα­μεί­νουν στην ζωή. Του­λά­χι­στον από την από­σταση των σαρά­ντα χρό­νων αυτή την εντύ­πωση του δίνουν όλοι εκεί­νοι οι αγα­πη­μέ­νοι άνθρω­ποι. Προ­ο­ρι­σμός δικός του ήταν να κρα­τη­θεί στη ζωή, αλλά μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να βρει έναν σοβαρό λόγο γι’ αυτή την προ­σπά­θεια. Η ανάσα, η ανάσα! Μια λέξη γεμάτη άλφα και με κανένα δεν μπο­ρείς να πάρεις μια ανα­πνοή. Μόνο να εκπνεύ­σεις μπορείς. «Δυστυ­χώς εξέ­πνευσε».

Αντώνης Σουρούνης


Απόδοση: Νίκος Κουρμουλής
Πηγή: Αντώνης Σουρούνης: «Αντίο, Νούση» — Η αρχή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου