Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Paul Feyerabend ~ Σκοτώνοντας το χρόνο


"Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;" με ρωτούσαν οι κυρίες. "Συνταξιούχος", αποκρινόμουν. Υπήρχε λόγος για αυτή την απάντησή μου. Όταν ήμουν στο πάρκο, φτιάχνοντας κάστρα στην άμμο, έβλεπα νευρικούς άνδρες να κρατούν χαρτοφύλακες και να τρέχουν πίσω από ξεχειλισμένα τραμ. "Τι κάνουν αυτοί οι άνθρωποι;", ρωτούσα τη μαμά. "Πάνε στις δουλειές τους", αποκρινόταν εκείνη. Έβλεπα ακόμα κάποιον ηλικιωμένο κύριο να κάθεται ήρεμα στο παγκάκι και να απολαμβάνει τον ήλιο. "Αυτός γιατί είναι εδώ;" ρωτούσα. "Είναι συνταξιούχος". Ε, μετά από όλα αυτά η ιδιότητα του συνταξιούχου έμοιαζε αλήθεια πολύ ελκυστική.

[...] Παραιτήθηκα από το Μπέρκλεϋ. Ένα χρόνο μετά συνταξιοδοτήθηκα και από την Ελβετία. Και έτσι, επιτέλους, η παιδική μου ευχή είχε γίνει πραγματικότητα: ήμουν συνταξιούχος. Ξέχασα τα τριάντα πέντε χρόνια της ακαδημαϊκής μου καριέρας σχεδόν τόσο γρήγορα όσο είχα
ξεχάσει την θητεία μου στο στρατό. Δυσκολεύομαι να το πιστέψω ότι μόλις πριν πέντε χρόνια δίδασκα σε δυο πανεπιστημιακά ιδρύματα, ένα στην Ευρώπη το άλλο στην Καλιφόρνια, ότι λίγο νωρίτερα είχα σύμβαση εργασίας με τέσσερα πανεπιστήμια, μεταξύ των οποίων και το Γέηλ, και ότι εναπόκειτο σε εμένα και όχι στις επιτροπές αν θα δεχόμουν ή θα απέρριπτα περαιτέρω προσφορές. Είμαι λίγο εξυπνότερος απ’ ό,τι ήμουν, έχω μάθει μερικά κόλπα, είμαι σε καλύτερη συναισθηματική ισορροπία (αν και αυτή η ισορροπία αφήνει ακόμα πολλές επιθυμίες έξω), κοντολογίς είμαι σε πολύ καλύτερη θέση να ξεκινήσω μια καινούργια ζωή απ’ ό,τι ήμουν μόλις μια δεκαετία νωρίτερα - έλα όμως που βρίσκομαι στο τέλος της, βάλε-βγάλε μερικά χρόνια. Πέντε χρόνια ίσως, δέκα, αν σταθώ τυχερός. Αυτό με βάζει σε σκέψεις. Και γιατί; Όχι επειδή θα ήθελα να ζήσω για πάντα και οπωσδήποτε όχι για τα σπουδαία βιβλία και τις εργασίες που ίσως να μη γραφτούν, αλλά επειδή θα ήθελα να γεράσω μαζί με την Γκράτσια, επειδή θα ήθελα να αγαπήσω το ρυτιδωμένο πρόσωπό της όπως αγαπώ το νεανικό της πρόσωπο σήμερα, επειδή θα ήθελα να την στηρίξω στις σκοτούρες της και να χαρώ μαζί της τις ευτυχισμένες στιγμές της. Αυτές οι σκέψεις φωνάζουν και διεκδικούν την προσοχή μου όποτε συλλογίζομαι την υπόλοιπη ζωή μου και μου δείχνουν καθαρά ότι υπάρχουν τελικά ισχυρές διαθέσεις αλλά δεν αφορούν αφηρημένα πράγματα όπως η μοναξιά ή τα διανοητικά επιτεύγματα αλλά κάποιο ζωντανό ανθρώπινο πλάσμα, και δείχνουν επίσης ότι, μετά από πολύ καιρό, έμαθα επιτέλους τι σημαίνει να αγαπάς κάποιον.
Aυτές είναι ίσως οι τελευταίες μέρες. Τις ζούμε μια προς μια. Η τελευταία μου παράλυση προήλθε από κάποια εσωτερική αιμορραγία στον εγκέφαλο. Η έγνοια μου είναι μετά την αναχώρησή μου να μείνουν κάποια πράγματα από μένα, όχι εργασίες, όχι τελεσίδικες επιστημονικές διακηρύξεις, αλλά αγάπη. Ελπίζω αυτή να μείνει και να μην επηρεαστεί από τον τρόπο της οριστικής αποχώρησής μου, που θα τον ήθελα γαλήνιο, σαν κώμα, χωρίς χαροπάλεμα και άσχημες αναμνήσεις. Ό,τι κι αν συμβεί τώρα, η μικρή μας οικογένεια μπορεί να ζήσει για πάντα - η Γκράτσια, εγώ και η αγάπη μας
. Έτσι θα ήθελα να γίνει, η αγάπη, και όχι η διάνοια, να επιζήσει.


Πωλ Φεγεράμπεντ / Paul Feyerabend, Σκοτώνοντας το χρόνο / Killing Time (book), εκδ. Εκκρεμές, μτφρ. Γιάννης Παρασκευόπουλος, 1997

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου