Αντώνης Σουρούνης ~ Όλες γυμνές, όλες πανέμορφες


Η πρώτη εικόνα που έχω από τον κόσμο είναι γυμνές γυναίκες. Θα ήμουν δύο ή τριών χρόνων και η μάνα μου με πήρε μαζί της στο χαμάμ, όπου πήγαινε κάθε βδομάδα με τις γειτόνισσες. Μέχρι τότε δε θυμάμαι τίποτε από τη ζωή, λες κι εκείνη τη μέρα άνοιξαν τα μάτια μου, καθυστερημένα, σαν τα κουτάβια. Ή σαν εκείνη τη μέρα να γεννήθηκα και αντίκρισα την πλάση. Και οι γυναίκες άλλωστε έκαναν λες κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήρθα στον κόσμο και με υποδέχονταν. Με κάθιζαν στις γυμνές τους κοιλιές και ονομάτιζαν αυτό και τ’ άλλο που εξείχε από το σώμα μου και πώς λειτουργεί. Από τ’ αυτιά και τη μύτη μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου. Ακόμα και σήμερα έχω τα κορμιά τους μπρος στα μάτια μου. Όχι και τόσο για τη γύμνια τους, όσο για τη φυσικότητά τους. Κινούνταν, περπατούσαν και στέκονταν σαν να ήταν ντυμένες και βρίσκονταν στο μαχαλά τους. Νέες και γριές, μιλούσαν, γελούσαν και φώναζαν, καταχαρούμενες που βρέθηκαν ολομόναχες μεταξύ τους, τσίτσιδες κι ανυπόδητες, ντυμένες μόνο με το σαρκίο που τους χάρισε η φύση και δεν τις ένοιαζε πια αν ήταν φτιαγμένο από μαλλί, κάμποτ, βαμβάκι ή μετάξι. Η αρσενική παρουσία ανάμεσά τους ήταν ακόμα στα σπάργανα, μπορούσαν λοιπόν να παίζουν μ’ αυτήν, όπως τα μικρά κορίτσια με την κούκλα τους. Εγώ ήθελα να παίζω με την Κατίνα. Άπλωνα τα μικρά μου χέρια προς το μέρος της, σημάδι πως αυτήν είχα επιλέξει, αυτή ήταν η πιο όμορφη. Και ήταν. Οι γυναίκες γελούσαν, αφού η γνώμη μου ακόμα δεν είχε καμιά σημασία γι’ αυτές και δε μετρούσε. Κι αυτό ακριβώς τις έκανε όλες όμορφες.
Όταν μεγάλωσα, είδα πολλές φορές την ίδια εικόνα σε έργα μεγάλων ζωγράφων. Γυναίκες καθιστές, γυναίκες ξαπλωτές και γυναίκες όρθιες, σε χώρους ανοιχτούς και χώρους κλειστούς, κάτω από δέντρα και πάνω σε μεταξωτά μαξιλάρια, όλες γυμνές και όλες πανέμορφες, εναρμονισμένες με τον εαυτό τους, το περιβάλλον και τη χαρά που τους πρόσφερε η στιγμή. Ζούσαν μέσα στο παρόν κι αυτό τις έκανε αιώνιες. Φαίνονται να μην έχουν ηλικία, επειδή φαίνονται να κουβαλάνε όλες τους τις ηλικίες, χωρίς να έχουν απαρνηθεί καμιά και χωρίς να προσμένουν κάποια άλλη. Δείχνουν μικρά κορίτσια και ταυτόχρονα μεστωμένες γυναίκες. Δίχως φιλάρεσκους υπολογισμούς και δίχως υλικούς στόχους. Με βυζιά που φυτρώνουν άνισα από μόνα τους, με μπούτια σαν κορμούς αμπόλιαστων δέντρων και με κοιλιές, κοιλιές μεγάλες και φουσκωμένες, έτοιμες να χωρέσουν μέσα τους όχι μόνο παιδί, αλλά ολόκληρο άντρα. Όλοι αυτοί οι ζωγράφοι λάτρευαν την ομορφιά και την αθωότητα, κι αυτά απεικόνιζαν. Όπως έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες με τα αγάλματα και τις αναπαραστάσεις που βλέπουμε σε τοιχογραφίες και σε πιθάρια. Ο γυμνός άντρας που ετοιμάζεται να παλέψει έχει την ίδια χάρη μ’ εκείνον που προσφέρει στη γυναίκα ένα λουλούδι και τον άλλο που κρατάει ένα κανάτι με κρασί. Κι όλοι μαζί έχουν τη χάρη της Αφροδίτης που συνοδεύεται από τον Έρωτα. Αν υπάρχει κάτι που ενώνει τους καλλιτέχνες μέσα στους αιώνες, είναι η άποψη πως η ομορφιά υπάρχει μέσα στην απλότητα και την αφέλεια. Όποιος δεν τ’ ανακάλυψε αυτό δεν είναι καλλιτέχνης, είναι απλός τεχνίτης.
Άλλη χάρη έχει ένα λουλούδι στο δάσος, άλλη σε μια γλάστρα κι άλλη μέσα στο βάζο. Από τη στιγμή που δίνεις σημασία και μετράς τη γνώμη των άλλων, μετράς και τα βήματά σου και τις κινήσεις σου. Οι γυναίκες που χτίζουν τα κορμιά τους με το μυστρί του πλαστικού χειρουργού πανικοβάλλονται όταν το βλέπουν να καταρρέει, ενώ εκείνες που πλάστηκαν με το χάδι του άντρα το καμαρώνουν και το χαίρονται μέχρι το τέλος. Όταν το σώμα χάνει τη φυσικότητα, χάνει και την ομορφιά του. Γιατί δεν υπάρχει όμορφο και άσχημο σώμα. Υπάρχει μόνο ζωντανό και νεκρό. Έμψυχο και άψυχο. Τα μικρά παιδιά που δε νοιάζονται για τη γοητεία τους, καθώς και όσοι γέροι άνθρωποι συμφιλιώθηκαν με το κορμί τους, είναι ολοφάνερη απόδειξη για το πόσο ωραίο μπορεί να ’ναι ένα σώμα που μέσα του δεν κατοικεί η φιλαρέσκεια αλλά η αθωότητα. Και πόσο άσχημο μπορεί να είναι το σώμα κάποιου ή κάποιας που το κινεί για να αρέσει ή ακόμα χειρότερα για να το εμπορευτεί. Δεν υπάρχει πιο άσχημο κορμί από εκείνο της νεαρής καλλίγραμμης πόρνης, που σου το προσφέρει κούφιο και άψυχο, επειδή η καρδιά της είναι αφημένη στον αγαπητικό της. Και δεν υπάρχει πιο όμορφο από το σώμα της γριάς Κατίνας, που το ’χε η μοίρα της να παντρευτεί το φούρναρη της γειτονιάς μας και την ώρα που έπεφταν για ύπνο οι περισσότερες όμορφες γυναίκες, εκείνη σηκωνόταν για να ζυμώσει, να φουρνίσει και να φτυαρίσει. Συνέχεια ήταν αλευρωμένη, σαν να έπλαθε τον εαυτό της καθημερινά μαζί με το ψωμί της, κι όπως αυτό ήταν πάντα φρέσκο κι ευωδιαστό, έτσι ήταν κι εκείνη.
Σήμερα, όταν τη βλέπω καμιά φορά στο δρόμο καθαρή πια και ξεκούραστη, μου χαμογελάει μ’ εκείνο το ίδιο κοριτσίστικο χαμόγελο του χαμάμ, τότε που άπλωνα τα χέρια προς το μέρος της. Απλώνω το χέρι να τη χαιρετίσω και, παρόλο που είναι γριά και ντυμένη, το σώμα της έχει την ίδια στάση που είχε γυμνή κοπελίτσα, όταν για μια στιγμή στη ζωή της υπήρξε η πρώτη και ωραιότερη γυναίκα στην ψυχή ενός νεογέννητου άντρα. Χωρίς να το ξέρει η ίδια.


Αντώνης Σουρούνης, Κυριακάτικες ιστορίες, εκδ. Καστανιώτη, 2002

Σχόλια