Haruki Murakami ~ Το κουρδιστό πουλί


Πήγα στην κουζίνα για να πιω ένα ποτήρι νερό και μετά βγήκα στη βεράντα να δω το πιάτο της γάτας. Το βουναλάκι με τις σαρδέλες που της είχα βάλει το προηγούμενο βράδυ ήταν άθικτο. Όχι, η γάτα δεν είχε γυρίσει. Έμεινα εκεί να κοιτάζω το μικρό μας κήπο που τον έλουζε η καλοκαιριάτικη λιακάδα. Ο κήπος μας δεν ήταν από κείνους που όταν τους κοιτάζεις νιώθεις την ψυχή σου να γαληνεύει. Ο ήλιος κατάφερνε να μπει εκεί μέσα για ελάχιστη ώρα κάθε μέρα, έτσι το χώμα ήταν πάντα μαύρο και υγρό, και τα μόνα φυτά που είχαμε ήταν μερικές θλιβερές κι απεριποίητες ορτανσίες σε μια γωνιά κι εμένα ποτέ δεν μου άρεσαν οι ορτανσίες. Ακριβώς δίπλα τους υπήρχε μια μικρή συστάδα δέντρων, απ’ όπου ακουγόταν το μηχανικό κρώξιμο ενός πουλιού. Ήταν σαν να κουρδίζει κάποιος ένα ελατήριο. Το λέγαμε κουρδιστό πουλί. Το είχε βαφτίσει η Κουμίκο. Δεν ξέραμε ποιο ήταν το πραγματικό του όνομα ή με τι έμοιαζε, όμως αυτό δεν ενοχλούσε καθόλου το κουρδιστό πουλί. Κάθε μέρα ερχόταν στη συστάδα έξω απ’ το σπίτι μας και κούρδιζε το ελατήριο του ήσυχου μικρού μας κόσμου.
Τώρα το πρόγραμμα έλεγε ότι έπρεπε να πάω να ψάξω τη γάτα. Πάντα μου άρεσαν οι γάτες. Και ιδιαίτερα η συγκεκριμένη. Όμως οι γάτες έχουν τους δικούς τους ρυθμούς. Και δεν είναι ανόητες. Αν μια γάτα παύει να μένει εκεί που μένεις εσύ, αυτό σημαίνει ότι έχει αποφασίσει να πάει κάπου αλλού. Αν κουραζόταν κι έμενε νηστική, θα γύριζε. Τελικά, θέλοντας και μη, για να μη στενοχωρήσω την Κουμίκο, έπρεπε να πάω ν’ αναζητήσω τη γάτα. Άλλωστε δεν είχα και τίποτα καλύτερο να κάνω.
[...] Είχε μόλις μπει το καλοκαίρι και το σκληρό φως του ήλιου περνούσε μέσ’ από τα κλαριά των δέντρων ζωγραφίζοντας μαυρόασπρα σχήματα στο έδαφος. Καθώς δεν φυσούσε αέρας εκείνη την ημέρα, τα σχήματα έμοιαζαν με μόνιμες κηλίδες, προορισμένες να παραμείνουν εσαεί ζωγραφισμένες στο λιθόστρωτο. Κανένας ήχος δεν έμοιαζε να φτάνει μέχρι εδώ. Είχα την αίσθηση ότι μπορούσα ν’ ακούσω τα φυλλαράκια του γρασιδιού ν’ αναπνέουν στη λιακάδα. Μερικά μικρά σύννεφα ταξίδευαν στον ουρανό, τα σχήματά τους σταθερά κι αναλλοίωτα, σαν χαραγμένα σε μεσαιωνικές γκραβούρες. Έβλεπα τα πάντα γύρω μου με τόσο μεγάλη διαύγεια, που το ίδιο μου το σώμα μού φαινόταν άυλο κι απροσδιόριστο και ρευστό... ενώ έσκαγε απ’ τη ζέστη!
[...] 
Ύστερα πήρα μερικές αργές, βαθιές ανάσες. Ωραία λοιπόν, αρκετές σκέψεις έκανα για το μυαλό. Ώρα να σκεφτώ την πραγματικότητα. Να σκεφτώ τον πραγματικό κόσμο. Τον κόσμο του σώματος. Γι’αυτό βρίσκομαι εδώ. Για να σκεφτώ την πραγματικότητα. Ο καλύτερος τρόπος για να σκεφτώ την πραγματικότητα, είχα καταλήξει, ήταν ν’ απομακρυνθώ απ’ αυτήν όσο περισσότερο γινόταν - πηγαίνοντας σ’ ένα μέρος σαν το εσωτερικό ενός πηγαδιού, παραδείγματος χάρη. «Όταν είναι να πέσεις χαμηλά, βρες το βαθύτερο πηγάδι και κατέβα στον πάτο του», είχε πει ο κύριος Χόντα. Ακουμπώντας την πλάτη μου στον τοίχο του πηγαδιού, ρούφηξα αργά το μουχλιασμένο αέρα στα πνευμόνια μου.


Χαρούκι Μουρακάμι, Tο κουρδιστό πουλί, εκδ. Ωκεανίδα, 2005

Περισσότερα: www.murakamibooks.co.uk/

Σχόλια