Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Francesc Miralles ~ Η καθημερινή μαγεία των ασήμαντων πραγμάτων


 Μια ανάσα μας χώριζε από τον καινούργιο χρόνο. Επινοήσεις ανθρώπινες για να πωλούνται ημερολόγια. Άλλωστε εμείς αποφασίζουμε αυθαίρετα πότε ξεκινούν τα χρόνια, οι μήνες, ακόμα κι οι ώρες. Οργανώνουμε τον κόσμο στα μέτρα μας, και αυτό μας καθησυχάζει. Εντούτοις δεν αποκλείεται και το ίδιο το σύμπαν, κάτω από το φαινομενικό χάος, να έχει μια τάξη. Που πάντως δεν έχει καμία σχέση με τη δική μας.
 Πάνω στο μοναχικό τραπέζι της τραπεζαρίας έβαλα μια μικρή σαμπάνια και δώδεκα ρώγες από σταφύλι. Στο μεταξύ σκεφτόμουν κάτι που είχα διαβάσει σε ένα βιβλίο: πως οι μπαταρίες της ανθρώπινης ζωής εξαντλούνται ύστερα από 650.000 ώρες χρήσης.
[...] Σωριάστηκα στην πολυθρόνα κι ετοιμάστηκα να βυθιστώ στην ανάγνωση ενός αμερικανικού βιβλίου που είχα ξεκινήσει να διαβάζω. Το είχα αγοράσει στο Amazon όταν το είχα δει ως παραπομπή σε ένα μυθιστόρημα. Ο τίτλος του: They have a name for it. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον λεξικό με όρους που υπάρχουν μόνο σε μία συγκεκριμένη γλώσσα.
 Σύμφωνα με τον συντάκτη της έκδοσης, τον Χάουαρντ Ράινγκολντ (Howard Rheingold), όταν βρίσκουμε ένα όνομα για να περιγράψουμε μιαν έννοια, ένα αντικείμενο, μια πράξη, στην ουσία εξορκίζουμε την ύπαρξή μας. Σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε με έναν συγκεκριμένο τρόπο, διότι υπάρχουν οι λέξεις που τον υποστηρίζουν. Με αυτή την έννοια, οι λέξεις σμιλεύουν τις σκέψεις.
 Παραδείγματα μοναδικών λέξεων:
 Μπάρακα: στα αραβικά, πνευματική ενέργεια που χρησιμοποιείται για εγκόσμιες πράξεις.
 Ουάν: στα κορεατικά, αντίσταση στην άρνηση μιας ψευδαίσθησης.
 Ραζμπλιούτο: στα ρωσικά, αίσθημα που βιώνει όποιος έχει αγαπηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά όχι πια.
 Μοκίτα: στη γλώσσα κιριουίνα, η αλήθεια που γνωρίζουν όλοι μα κανείς δεν αρθρώνει.
 Απ' τα ισπανικά, ο επιμελητής του λεξικού επέλεξε όρους όπως το οκουρένθια (ιδέα, αστείο σχόλιο, συμβάν), που ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι δεν μπορεί να μεταφραστεί.
 Πρόσεξα ότι υπήρχαν πολλά λήμματα απ' τα γερμανικά, δεδομένου ότι η εν λόγω γλώσσα επιτρέπει, βάσει κάποιων κανόνων, τη λεξιπλασία. Παρέθετε όρους όπως το Τορσλουσπάνικ (που στην κυριολεξία σημαίνει: πανικός στο κλείσιμο της πόρτας) κι εξηγούσε πως πρόκειται για τη "φρενήρη αγωνία που βιώνουν οι ανύπαντρες γυναίκες στη μάχη τους ενάντια στο βιολογικό τους ρολόι".
 Απ' όσο είχα διαβάσει, είχα διαμορφώσει την άποψη ότι η γλώσσα με την πιο διακριτική ποικιλομορφία ήταν τα ιαπωνικά, με λέξεις όπως:
 Α-ουν: η σιωπηρή επικοινωνία μεταξύ δύο φίλων.
 Ή η αγαπημένη μου:
 Μονό νο άουαρε: η μελαγχολία των πραγμάτων.

Francesc Miralles, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΜΑΓΕΙΑ ΤΩΝ ΑΣΗΜΑΝΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ / love in lower case, μτφρ. Θεοδώρα Δαρβίρη, εκδ. Ψυχογιός, 2012

Περισσότερα: http://www.francescmiralles.com/

Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Michael Corballis ~ Στο λαβύρινθο του μυαλού


Δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης έκαναν γυμνισμό στο ποτάμι. Τη στιγμή που σκουπίζονταν στην όχθη, πέρασε μια βάρκα γεμάτη φοιτήτριες. Ο ένας καθηγητής αμέσως σκέπασε το κάτω μέρος του σώματός του με την πετσέτα, ενώ ο άλλος σκέπασε το πρόσωπό του.
– Γιατί το έκανες αυτό; ρώτησε έκπληκτος ο πρώτος.
– Επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι με αναγνωρίζουν απ’ το πρόσωπό μου, απάντησε ο δεύτερος.





Michael Corballis / Pieces of Mind: 21 Short Walks Around the Human Brain, εκδ. Αιώρα, 2013, μτφρ. Θεοδώρα Πασαχίδου

Περισσότερα: http://www.michaelcorballis.com/

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Andrei Tarkovsky ~ Σμιλεύοντας το χρόνο


"Πόσες λέξεις ξέρει ένας άνθρωπος;" ρωτά ρητορικά η νεαρή κοπέλα τη μητέρα της.
"Πόσες χρησιμοποιεί στο καθημερινό του λεξιλόγιο; Εκατό, διακόσιες, τριακόσιες; Τυλίγουμε τα αισθήματά μας σε λέξεις, προσπαθούμε να εκφράσουμε με λέξεις τη χαρά, τη λύπη και κάθε μας συγκίνηση, δηλαδή όλα όσα στην πραγματικότητα μένουν ανέκφραστα. Ο Ρωμαίος είπε όμορφα λόγια στην Ιουλιέτα, λέξεις ζωντανές, εκφραστικές, που σίγουρα όμως δεν έλεγαν ούτε τα μισά από όσα έκαναν την καρδιά του να χτυπά δυνατά, του έκοβαν την ανάσα κι έκαναν την Ιουλιέτα να ξεχνά τα πάντα, πέρα από την αγάπη της". Υπάρχει κι άλλο είδος γλώσσας, κι άλλη μορφή επικοινωνίας με τα αισθήματα και τις εικόνες.
Μ' αυτή την επικοινωνία οι άνθρωποι παύουν να είναι χωρισμένοι ο ένας από τον άλλον, οι φραγμοί καταργούνται. Θέληση, συναίσθημα και συγκίνηση μετακινούν τα εμπόδια ανάμεσα στους ανθρώπους, που στέκονται από τις δύο όψεις ενός καθρέφτη, από τις δύο πλευρές μιας πόρτας.



"How many words does a person know?" she asks her mother. "How many does he use in his everyday vocabulary? One hundred, two, three? We wrap our feelings up in words, try to express in words sorrow and joy and any sort of emotion, the very things that can't in fact be expressed. Romeo uttered beautiful words to Juliet, vivid, expressive words, but they surely didn't say even half of what made his heart feel as if it was ready to jump out of his chest, and stopped him breathing, and made Juliet forget everything except her love?"
There's another kind of language, another form of communication: by means of feeling, and images. That is the contact that stops people being separated from each other, that brings down barriers. Will, feeling, emotion—these remove obstacles from between people who otherwise stand on opposite sides of a mirror, on opposite sides of a door.



Αντρέι Ταρκόφσκι / Andrei Tarkovsky, Σμιλεύοντας το χρόνο / Sculpting in Time, εκδ. Νεφέλη, μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας

Περισσότερα: https://monoskop.org/images/d/dd/Tarkovsky_Andrey_Sculpting_in_Time_Reflections_on_the_Cinema.pdf
http://andrei-tarkovsky.com/
 


Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Fyodor Dostoyevsky ~ Το όνειρο ενός γελοίου


Μα κιόλας, ο σύντροφός μου μ’ είχε παρατήσει. Ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα σ’ αυτή την άλλη γης, μέσα στο εκθαμβωτικό φως μιας ηλιόλουστης μέρας, όμορφης σαν τον παράδεισο. Μου φαινότανε σα να βρισκόμουν σ’ ένα από κείνα τα νησάκια του ελληνικού αρχιπελάγου της γης μας· ή κάπου αλλού στα ερείπια μιας ηπείρου κοντά στο αρχιπέλαγος. Σ’ εκείνα τα μέρη, όλα ήτανε ακριβώς όπως και σε μας, κι όμως όλα αχτινοβολούσανε με μια σοβαρή κι επίσημη χαρά, που έφτανε ως το υπέροχο. Μια σμαραγδένια θάλασσα έσκαζε απαλά στην ακρογιαλιά, χαϊδεύοντάς την με φανερή, σαρκική και σχεδόν συνειδητή αγάπη. Δέντρα με θαυμαστά κλωνάρια ορθώνονταν μ’ όλο τον οργιώδη χυμό τους και τ’ αναρίθμητα φυλλαράκια τους, κι είμαι βέβαιος πως με χαιρετούσανε με το γλυκό τους θρόισμα και μοιάζανε σα να ψιθυρίζανε ερωτόλογα. Το λιβάδι αστραφτοκοπούσε με τη φλογερή και χυμώδη άνθησή του. Τα πουλιά σκίζανε σμήνη – σμήνη τον αέρα, κι έρχονταν άφοβα ν’ ακουμπήσουνε στους ώμους και στα χέρια μου με χαρούμενα φτεροκοπήματα.. Ύστερα, είδα επιτέλους και τους κατοίκους αυτής της μακάριας γης. Ήρθανε μόνοι τους κοντά μου, με περιτριγύρισαν και με φιλούσαν. Παιδιά του ήλιου, παιδιά του ήλιου τους - ω! τι ωραίοι που ήταν! Ποτές στη γης μας δεν είχα δει τόση ομορφιά στον άνθρωπο! Μόνο στα παιδιά μας, και μάλιστα στα πρώτα παιδικά τους χρόνια, μπορούσες να διακρίνεις κάτι σα μια μακρινή ανταύγεια, μα πολύ εξασθενημένη, αυτής της ομορφιάς. Τα μάτια αυτών των μακάρων λάμπανε ολοκάθαρα. Τα πρόσωπά τους ακτινοβολούσαν τη σοφία και τη συνείδηση, μια συνείδηση που είχε φτάσει στην υπέρτατη γαλήνη, όμως, αυτά τα πρόσωπα μένανε χαρούμενα και μια παιδιάστικη χαρά αντηχούσε μέσα στα λόγια και στη φωνή αυτών των όντων! Ω! τα είχα καταλάβει όλα, όλα, από την πρώτη ματιά! Εδώ ήταν η γης, προτού την μολύνει το προπατορικό αμάρτημα: οι κάτοικοί της, μια και δεν ξέρανε το κακό, ζούσανε στον ίδιο εκείνο παράδεισο όπου, σύμφωνα με τις παραδόσεις της ανθρωπότητας, είχανε ζήσει κι οι ένοχοι προπάτορές μας, με μόνη τη διαφορά πως εδώ η γης ήτανε παντού ένας και ο αυτός παράδεισος. Αυτοί οι άνθρωποι με το χαρούμενο χαμόγελο με περιτριγυρίζανε και μου χάριζαν άφθονα χάδια. Με πήγανε στα σπίτια τους και όλοι τους θέλανε να με ξεκουράσουν. Δε μου κάναν ερωτήσεις· φαίνονταν πως τα ξέρανε όλα, και μόνο ένα πράγμα θέλανε: να διώξουνε το γρηγορότερο αυτή την οδύνη που ήτανε χαραγμένη πάνω στα χαρακτηριστικά μου.

Το καταλαβαίνετε, άλλη μια φορά, τι σημασία έχει που ήταν όνειρο; Η αγάπη αυτών των αθώων και λαμπρών πλασμάτων μου έκανε αλησμόνητη εντύπωση και νοιώθω πως η αγάπη τους στάζει παντοτινά από κει – πέρα πάνω στην ψυχή μου.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το όνειρο ενός γελοίου / The Dream of a Ridiculous Man (γραμμένο το 1877)

Περισσότερα: http://eagainst.com/articles/dostoevsky/
http://www.fyodordostoevsky.com/

 

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Paulo Freire ~ Δέκα επιστολές προς αυτούς που τολμούν να διδάσκουν


Paulo Freire
Πρέπει να τολμάμε, με την πλήρη έννοια της λέξης, να μιλάμε για αγάπη χωρίς να φοβόμαστε μη μας πουν γελοίους, υπερβολικά συναισθηματικούς ή μη επιστημονικούς, αν όχι και αντιεπιστημονικούς. Πρέπει να τολμάμε, για να πούμε επιστημονικά, και όχι απλώς να φλυαρούμε, ότι μελετάμε, μαθαίνουμε, διδάσκουμε, γνωρίζουμε με ολόκληρο το σώμα μας. Τα κάνουμε όλα αυτά με συναίσθημα, με πάθος, με επιθυμίες, με φόβο, με αμφιβολίες και με κριτική σκέψη. Ωστόσο, ποτέ δε μελετάμε, δεν μαθαίνουμε, δεν διδάσκουμε ή δεν γνωρίζουμε μόνο με την κριτική σκέψη. Πρέπει να τολμάμε έτσι ώστε να μπορούμε να συνεχίσουμε να διδάσκουμε για πολύ καιρό υπό συνθήκες που ξέρουμε πολύ καλά: χαμηλός μισθός, έλλειψη σεβασμού, και με τον πανταχού παρόντα κίνδυνο να γίνουμε θύματα κυνισμού. Πρέπει να τολμάμε να μάθουμε πώς να τολμάμε, για να λέμε όχι στη γραφειοκρατιοποίηση του νου στην οποία είμαστε εκτεθειμένοι κάθε μέρα. Πρέπει να τολμάμε, για να μπορούμε να συνεχίσουμε να το κάνουμε ακόμα κι όταν από υλικής άποψης μας συμφέρει περισσότερο να πάψουμε να τολμάμε.


Πάουλο Φρέιρε, Δέκα επιστολές προς εκείνους που τολμούν να διδάσκουν, εκδ. Επίκεντρο, 2009

Περισσότερα: http://www.epikentro.gr/index.php?isbn=9606647919
http://www.freire.org/

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Ένα λουλούδι που το έλεγαν "Ουράνιο τόξο"

 
Μια φορά και έναν καιρό σ’ ένα δάσος πολύ μακρινό υπήρχε ένα μοναδικό και σπάνιο λουλούδι που το έλεγαν Ουράνιο τόξο, γιατί ήταν ένα λουλούδι που είχε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Το κόκκινο του το είχε χαρίσει μια παπαρούνα, το κίτρινο μια μαργαρίτα, το πορτοκαλί ένα χρυσάνθεμο, το πράσινο του το είχε δώσει το χορτάρι του λιβαδιού, το μπλε ένα νυχτολούλουδο και το μωβ, η καλή του φίλη, η πανέμορφη λεβάντα. Όλα τα λουλούδια είχαν δώσει πολύ γενναιόδωρα ένα απ’ τα χρωματιστά τους πέταλα κι έτσι φτιάχτηκε αυτό το ξεχωριστό λουλούδι.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Στην άλλη άκρη της γης υπήρχε ένας ξεχωριστός άνθρωπος που η μοναδική του συντροφιά ήταν τα λουλούδια. Πιο πολύ απ’ όλα αγαπούσε τα λουλούδια! Γι’ αυτό είχε έναν κήπο με κάθε λογής λουλούδι από κάθε γωνιά της γης. Όταν έμαθε πως κάπου στον κόσμο υπήρχε το μοναδικό αυτό λουλούδι που το έλεγαν Ουράνιο τόξο αποφάσισε να πάει να ψάξει και να το βρει για να το φυτέψει στον κήπο του.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Μια και δυο και χωρίς να χάσει χρόνο, πήρε λίγα πράγματα και ξεκίνησε για το μακρινό δάσος. Περπάτησε, περπάτησε... Μέρες και νύχτες... Νύχτες και μέρες, ρωτώντας για το λουλούδι του. Κανείς όμως δεν ήξερε τίποτα. Κανείς! Ώσπου μια μέρα έφτασε σε μια πολύ παράξενη πολιτεία όπου όλα ήταν μικροσκοπικά και ήταν τόσο κουρασμένος που κάθισε δίπλα σ’ ένα μικρούτσικο δεντράκι για να ξεκουραστεί και να πάρει έναν υπνάκο.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Κι εκεί που ήταν έτοιμος να κοιμηθεί, μια λεπτή σχεδόν ψιθυριστή φωνούλα ακούστηκε: "Έι ψιτ, ψιτ!" Κοίταξε από δω, κοίταξε από κει και τίποτα δεν είδε. "Έι ψιτ, ψιτ!" ακούστηκε ξανά και αυτή τη φορά ο άνθρωπος κοίταξε κάτω στα πόδια του και είδε ένα μικροσκοπικό ανθρωπάκι, λεπτό σαν καρφίτσα. Άπλωσε το χέρι του και το ανθρωπάκι χωρίς να φοβηθεί ανέβηκε πάνω του. "Εδώ είναι η πολιτεία των Τοσοδούτσικων", του είπε. "Εσύ πώς βρέθηκες εδώ;" "Ψάχνω το δάσος με το λουλούδι που το λένε Ουράνιο τόξο" απάντησε. "Μήπως ξέρεις πώς θα πάω εκεί;" "Και βέβαια ξέρω!", του απάντησε ο Τοσοδούτσικος που μάλλον ήταν το πιο μικρό ανθρωπάκι σ’ ολόκληρο τον κόσμο! Ήταν όμως πολύ γενναίο κι ευγενικό!
 
 
 
 
 
 
 
 
Θ’ ανέβεις τον λόφο με τις παπαρούνες που φοράνε κόκκινα καπέλα, θα κατέβεις το βουνό με τα κυκλάμινα που χορεύουν, θα σκαρφαλώσεις στον βράχο που τραγουδάει, θα περάσεις απ’ τη λίμνη με το νερό που κάνει μπουρμπουλήθρες και ύστερα θα φτάσεις στην πόλη των Γιγάντιων. Αυτοί θα σου πουν πώς θα πας στο δάσος με το λουλούδι που το λένε Ουράνιο τόξο. "Σ’ ευχαριστώ πολύ καλέ μου φίλε!" είπε ο άνθρωπος. "Φεύγω αμέσως για να βρω αυτό το λουλούδι το ξεχωριστό!" "Γεια σου! Κι όποτε με χρειαστείς, έλα πάλι να με βρεις" απάντησε ο Τοσοδούτσικος χαμογελώντας.
 
 
 
 
 
 
 
 
Και πραγματικά έτσι έγινε. Ο άνθρωπος προχωρούσε, προχωρούσε... Μέρα και νύχτα... Νύχτα και μέρα... Πέρασε τον λόφο, το βουνό, τον βράχο, τη λίμνη και έφτασε στην πολιτεία των Γιγάντιων, όπου όλα ήταν τεράστια. Και πριν προλάβει να κάτσει κάτω από ένα γιγάντιο δέντρο για να ξεκουραστεί και να πάρει έναν υπνάκο, άρχισε να τρέμει η γη. Μπαμ και μπουμ! Μπουμ και μπαμ! Ένας γίγαντας στεκόταν θεόρατος μπροστά του. Σήκωσε τα μάτια του ψηλά και αντίκρισε το πιο ψηλό πλάσμα που είχε δει ποτέ του! Το κεφάλι του έφθανε μέχρι τον ουρανό!









"Καλέ μου γίγαντα" του είπε," μήπως ξέρεις πώς θα βρω το δάσος με το λουλούδι το μοναδικό;"
"Και βέβαια ξέρω!" απάντησε ο Γιγάντιος. "Θα ανέβεις τον λόφο με τις μαργαρίτες που κρατάνε κίτρινες ομπρέλες, θα κατέβεις το βουνό με τα χαμομήλια που θα σε κεράσουν χαμομήλι, θα σκαρφαλώσεις στον βράχο που λέει αινίγματα με ανθρώπινη φωνή, θα περάσεις απ' τη λίμνη με το νερό που βγάζει σαπουνόφουσκες και ύστερα θα φτάσεις στο χρυσό παλάτι του βασιλιά Μακρυμούστακου. Εκεί είναι το δάσος με το λουλούδι που το λένε Ουράνιο τόξο".










"Σ' ευχαριστώ καλέ μου φίλε" είπε ο άνθρωπος. "Δεν κάνει τίποτα. Κι αν ποτέ με χρειαστείς, έλα πάλι να με βρεις" απάντησε ο καλόκαρδος γίγαντας που μάλλον ήταν ο πιο μεγάλος άνθρωπος στη γη, με το πιο μεγάλο χαμόγελο του κόσμου!
Έτσι ο άνθρωπος ξεκίνησε πάλι, χωρίς να νιώθει κουρασμένος κι ας είχε περάσει όλες αυτές τις περιπέτειες. Προχωρούσε, προχωρούσε... Πέρασε τον λόφο, το βουνό, τον βράχο, τη λίμνη και έφτασε επιτέλους στο χρυσό παλάτι του βασιλιά Μακρυμούστακου, εκεί όπου βρισκόταν το λουλούδι του.









Ο άνθρωπος μπήκε μέσα στο παλάτι και συνάντησε τον βασιλιά που καθόταν στον χρυσό του θρόνο. "Καλημέρα, βασιλιά μου!" φώναξε χαρούμενος που επιτέλους είχε φτάσει. Όμως ο βασιλιάς δεν του απάντησε και τον κοίταξε σοβαρός. "Τι ζητάς στο παλάτι μου; Χρήματα ή χρυσάφι;", αναφώνησε ύστερα από λίγο. Ο άνθρωπος του διηγήθηκε όλες του τις περιπέτειες, λέγοντάς του ότι δεν ήθελε ούτε χρήματα, ούτε χρυσάφι, αλλά το μοναδικό αυτό λουλούδι που το έλεγαν Ουράνιο τόξο.
Ο Μακρυμούστακος σκέφτηκε για λίγο και μετά με ύφος σοβαρό έβηξε, ξερόβηξε και είπε: "Αν θες πολύ το λουλούδι αυτό, τρία πράγματα θα κάνεις στο λεπτό!"
"Πρώτα, το πιο μικρό πράγμα στον κόσμο θα βρεις. Ύστερα, το πιο μεγάλο πράγμα θα μου φέρεις και τελευταία, ένα αίνιγμα θα λύσεις που δεν ξέρεις".










"Εντάξει βασιλιά μου, θα προσπαθήσω" είπε ο άνθρωπος και έφυγε τρέχοντας για να βρει αυτά που του ζήτησε. Στον δρόμο τού ήρθαν στο μυαλό όλες του οι περιπέτειες και τότε κοίταξε μπροστά του και τι να δει! Ο Γιγάντιος στεκόταν εκεί κρατώντας μέσα στην παλάμη του τον Τοσοδούτσικο. Τώρα είχε βρει το πιο μικρό και το πιο μεγάλο πράγμα στον κόσμο. Ήταν οι φίλοι που είχε αποκτήσει και είχαν έρθει για να τον βοηθήσουν. Το αίνιγμα μόνο έμενε να λύσει για ν' αποκτήσει το αγαπημένο του λουλούδι.










Χωρίς να χάσει καιρό παρουσιάστηκε ξανά μπροστά στον βασιλιά. "Σου έφερα βασιλιά μου ό,τι μου ζήτησες. Σου παρουσιάζω τους καλούς μου φίλους, τον Τοσοδούτσικο και τον Γιγάντιο". "Μπράβο σου!" είπε ο Μακρυμούστακος. "Αν λύσεις και το αίνιγμα, το λουλούδι που τόσα πέρασες για να το βρεις, θα γίνει για πάντα δικό σου". "Πες μου λοιπόν, τι είναι εκείνο που πολλά χρώματα έχει, μα το βλέπεις μόνο όταν βρέχει;"
Το αίνιγμα ήταν εύκολο. "Το ουράνο τόξο!" απάντησε ο άνθρωπος και όλοι άρχισαν να χειροκροτούν. Ύστερα όλοι μαζί πήγαν στο δάσος και ο άνθρωπος αντίκρισε για πρώτη φορά το αγαπημένο του λουλούδι κι εκείνο κούνησε τα χρωματιστά πέταλά του σα να' θελε να τον χαιρετήσει. Ο άνθρωπος δεν το έκοψε. Με τη βοήθεια του βασιλιά, του Τοσοδούτσικου και του Γιγάντιου έφτιαξε ένα πάρκο για να έρχονται όλοι οι άνθρωποι και να θαυμάζουν αυτό το ξεχωριστό λουλούδι που το έλεγαν Ουράνιο τόξο. Το πάρκο δεν είχε εισιτήριο, αλλά ο καθένας έπρεπε να φέρει ένα λουλούδι που αγαπάει.



 




Το παραμύθι αυτό γράφτηκε με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, τον Απρίλιο του 2009 και αφιερώνεται στους μαθητές μου: Δημήτρη Δ., Δημήτρη Στ., Δημήτρη Τσ., Διονύση Ζ., Έλενα Μπ., Ζέτα Κ., Θάνο Ρ., Κωνσταντίνα Ρ., Μάριο Ν., Μελίνα Τσ., Σπύρο Α., Τάσο Κ., Φωτεινή Σ., Χριστιάννα Στ., Χριστίνα Τσ., Χρυσαυγή Τζ.