Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Σ.Β. Σκοπελίτης ~ Η σκοτεινή πλευρά της φωτογραφίας


Επιστολή στον Alfred Stieglitz


Τώρα κοιτώ τη φωτογραφία που είμαι τριών ετών, αναρωτιέμαι: γιατί οι γονείς μου με πήγαν μεσημέρι στον υπαίθριο φωτογράφο του Δημοτικού Κήπου Μυτιλήνης να με βγάλουν φωτογραφία; Γιατί ήθελαν το 1946 να με έχουν φωτογραφία; Το βλέμμα μου μελαγχολικό και έντονο δημιουργεί μια αύρα χώρου - το αισθάνομαι ως βλέμμα της φωτογραφίας.
Κοιτώ τα θολά δένδρα του κήπου εξαιτίας του σφαλερού φακού, κοιτώ τη δυσανάλογη υψηλή καρέκλα σε σχέση με το σώμα μου, τα πόδια μου κρέμονται πάνω από το χώμα του κήπου - το χώμα ολοζώντανο, σαν να είχε εστιάσει ο φωτογράφος το χώμα και το βλέμμα μου. Χώμα και βλέμμα, αντίθετα και κοντινά. Χάρη αυτής της παιδικής μου φωτογραφίας κατανοώ την έννοια του αληθινού. Ας πάρω τα πράγματα από την αρχή.
Το χώμα προϋπήρχε, το ίδιο και ο κήπος, όμως με την επίσκεψή μας έγιναν και τα δυο πραγματικά και, κατά ένα περίεργο λόγο, τα νιώθω αληθινά στο Τώρα της φωτογραφίας. Το συμβάν (η επίσκεψή μας) στάθηκε η αιτία να νιώσω, κοιτώντας τη φωτογραφία, την έννοια της αλήθειας, είμαι σίγουρος ότι σε αυτό βοήθησε το γοητευτικό καπρίτσιο του σφαλερού φακού.
Θυμάμαι πως το ίδιο βράδυ αναλογιζόμουν τον άδειο κήπο και αναρωτιόμουν αν κανείς κρατούσε συντροφιά στον φωτογράφο - παιδική αφέλεια. Ξανά στη φωτογραφία: χέρια δειλά. Πόδια αδύνατα. Πρόσωπο χλωμό. Από το βλέμμα μου διαισθάνομαι ότι τότε προσπαθούσα να εποπτεύσω το χώρο. Καλοχτενισμένος.
Το αισθάνομαι: ήμουν καθαρός. Στο αριστερό πέτο του μπλε σκούρου μπουφάν καρφιτσωμένος ένας ποδοσφαιριστής με την μπάλα στο δεξί του πόδι. Μια απλή αναμνηστική φωτογραφία ενός παιδιού.
Το παιδί έγινε άνδρας και ο σημερινός του νόστος για τα παιδικά του χρόνια αποκαλύπτει εκείνα που δεν μπορούσε να διακρίνει τότε - του αποκαλύπτει όσα διέφυγαν, και από τους γονείς και από το φωτογράφο.


Σ. Β. Σκοπελίτης, Η σκοτεινή πλευρά της φωτογραφίας, εκδ. Ροές, 2014

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

Jorge Bucay ~ Ο δρόμος της συνάντησης


Υποφέρουμε από ένα είδος συναισθηματικής υπανάπτυξης
που μας ωθεί σε συμπεριφορές
αυτοκαταστροφικές, τόσο στη δημόσια
ζωή μας όσο και στην προσωπική.
Επείγει να βρούμε έναν δρόμο
πoυ θα μας επιτρέψει ν’ ανακαλύψουμε
τον τρόπο να είμαστε πιο υγιείς.
Ο δρόμος αυτός συνδέεται στενά
με την αγάπη και την
πνευματικότητα. Η αγάπη είναι η καλύτερη ένδειξη
υγείας του ανθρώπου,
είναι το ακριβώς αντίθετο της επιθετικότητας,
του φόβου και της παράνοιας,
που με τη σειρά τους αντιπροσωπεύουν
την παθολογία που μας χωρίζει.


Claudio Naranjo, Clan (1984)



ΠΕΡΙΛΗΨΗ

«Μας στηρίζω με όλη μου την καρδιά.
Αν, όμως,
με πιέσεις να διαλέξω...
ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ εμένα...
εμένα».
Ξέρουμε πού βρίσκεται κάθε πράγμα και κάθε άτομο που αγαπάμε, αλλά πολλές φορές δεν ξέρουμε πού βρισκόμαστε εμείς. Σαν να ξεχάσαμε τη θέση μας στον κόσμο. Μπορούμε πολύ γρήγορα να εντοπίσουμε τη θέση των άλλων, τη θέση που έχουν οι άλλοι στη ζωή μας, και καμιά φορά μπορούμε να προσδιορίσουμε ακόμα και τη θέση που κατέχουμε εμείς στη ζωή των άλλων. Έχουμε, όμως, ξεχάσει ποια θέση κατέχουμε εμείς στη δική μας τη ζωή.
«Ο δρόμος προς την αυτοπραγμάτωση είναι αδιάκοπος και δυσχερής», επαναλαμβάνει ο Χόρχε Μπουκάι σε όλα του τα βιβλία. Σ’ αυτήν τη σειρά των «Δρόμων», ο δημοφιλής αργεντινός ψυχίατρος μας παρέχει χάρτες της περιοχής για να επιλέξει ο καθένας τη δική του διαδρομή και να πορευτεί με τον δικό του ρυθμό. «Η ευτυχία» διαβεβαιώνει, «δεν είναι απλώς δικαίωμα, είναι επίσης, από πολλές απόψεις, υποχρέωσή μας: μια σύμβαση που έχουμε συνάψει με τη ζωή.» Ο δρόμος της συνάντησης είναι ο δεύτερος από μια σειρά πέντε τόμων που φέρουν τον γενικό τίτλο: «Φύλλα Πορείας».



Χόρχε ΜπουκάιΟ δρόμος της συνάντησης / El camino del encuentro, εκδ. Opera, 2010
Περισσότερα: http://www.operabooks.gr/contents/books.php?books_id=148





 

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Luis Sepúlveda ~ Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει


Μορφάζοντας, η Καλότυχη του έκρωξε όλα όσα της είχε στριγκλίσει ο Ματίας. Ο Ζορμπάς της έγλειψε τα δάκρυα, κι αμέσως νιαούρισε όπως κανείς άλλος δεν είχε νιαουρίσει μέχρι τότε: «Είσαι γλάρος. Σ' αυτό, ο χιμπαντζής έχει δίκιο — αλλά μόνο σ' αυτό. Όλοι σ' αγαπάμε, Καλότυχη. Και σ' αγαπάμε, γιατί είσαι μια γλαροπούλα — μια όμορφη γλαροπούλα. Δεν σου αντιλέγουμε όταν σ' ακούμε να κρώζεις ότι είσαι γάτος, γιατί μας κολακεύει που θέλεις να 'σαι σαν κι εμάς· όμως, είσαι διαφορετική από μας — και μας αρέσει που είσαι διαφορετική. Τη μάνα σου δεν μπορέσαμε να τη βοηθήσουμε — εσένα, όμως, ναι. Σε προστατέψαμε ώσπου να βγεις απ' τ' αβγό. Σου χαρίσαμε όλη μας τη στοργή, χωρίς να θέλουμε ποτέ να σε κάνουμε γάτο. Σε θέλουμε γλάρο, κι έτσι σ' αγαπάμε. Νιώθουμε πως κι εσύ μας αγαπάς, πως είμαστε οι φίλοι σου, η οικογένειά σου, κι είναι καλό να ξέρεις πως μαζί σου μάθαμε κάτι για το οποίο καμαρώνουμε: μάθαμε να εκτιμούμε, να σεβόμαστε και ν' αγαπάμε ένα διαφορετικό πλάσμα. Είναι πολύ εύκολο ν' αποδέχεσαι και ν' αγαπάς αυτούς που είναι σαν κι εσένα, αλλά πολύ δύσκολο κάποιον που είναι διαφορετικός — κι εσύ, μας βοήθησες να το κατορθώσουμε. Είσαι γλάρος, και πρέπει ν' ακολουθήσεις τον προορισμό των γλάρων. Πρέπει να πετάξεις. Όταν θα τα καταφέρεις, Καλότυχη, σε βεβαιώνω πως θα 'σαι ευτυχισμένη, και τότε, τα αισθήματά σου για μας, και τα δικά μας για σένα, θα 'ναι πιο έντονα και πιο όμορφα, γιατί θα 'ναι μια αγάπη ανάμεσα σε εντελώς διαφορετικά πλάσματα».«Ναι... αλλά φοβάμαι να πετάξω» έκρωξε η Καλότυχη και μαζεύτηκε.«Όταν θα γίνει αυτό, θα 'μαι μαζί σου. Το υποσχέθηκα στη μητέρα σου» νιαούρισε ο Ζορμπάς και της έγλειψε το κεφάλι. Η γλαροπούλα κι ο γάτος που ήταν μαύρος και πελώριος και χοντρός, έπιασαν να βαδίζουν. Εκείνος έγλειφε τρυφερά το κεφάλι της, εκείνη τον είχε αγκαλιάσει με μιαν από τις απλωμένες της φτερούγες. 







Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

André Gide ~ Οι κιβδηλοποιοί & Ημερολόγιο των Κιβδηλοποιών


Θα 'θελα σε όλη μου τη ζωή, ακόμα και με το παραμικρό χτύπημα, να βγάζω έναν ήχο καθαρό, τίμιο, αυθεντικό. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που έχω γνωρίσει ηχούν ψεύτικα.
Ν' αξίζει κανείς όσο ακριβώς φαίνεται πως αξίζει· να μην προσπαθεί να φανεί πως αξίζει περισσότερο. Θέλουμε να ξεγελάσουμε τους άλλους και ασχολούμαστε τόσο με το φαίνεσθαι, ώστε καταλήγουμε να μην ξέρουμε ποιοι πραγματικά είμαστε. Συγχωρήστε με που σας μιλάω έτσι. Σας λέω τι σκεφτόμουν τη νύχτα που πέρασε.





Αντρέ Ζιντ, Οι κιβδηλοποιοί / Les Faux-monnayeurs, μτφρ. Ανδρέας Παππάς, εκδ. Πόλις, 2014

Περισσότερα: http://www.andregide.org/

 

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Robert Trivers ~ Η μωρία των ανοήτων


Προ ετών, καθώς οδηγούσα, πήρα μια στροφή αρκετά απότομα, με αποτέλεσμα ο μονοετής  γιος μου να πέσει από τη θέση του, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και να αρχίσει να κλαίει. Ξαφνικά, άκουσα τον εαυτό μου να επιπλήττει την εννιάχρονη θετή κόρη μου επειδή δεν κράτησε τον αδελφό της.
Από την τραχύτητα της φωνής μου κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η ευθύνη του κοριτσιού αποκλείεται να ξεπερνούσε το 10% της συνολικής ευθύνης για το συμβάν· το υπόλοιπο 90% βάραινε εμένα, αλλά εφόσον εγώ αρνιόμουν να αποδεχτώ το δικό μου μερίδιο ευθύνης, έπρεπε εκείνη να υποστεί τον δεκαπλασιασμό του δικού της.
Κατά κάποιο τρόπο, η απόδοση ευθυνών μοιάζει με ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, κατά το οποίο η μείωση του μεριδίου ευθύνης κάποιου πρέπει αναγκαστικά να αντισταθμιστεί από την ισοδύναμη αύξηση του μεριδίου ευθύνης κάποιου άλλου.



Robert Trivers, Η μωρία των ανοήτων - Η λογική της εξαπάτησης και της αυτοεξαπάτησης στην ανθρώπινη ζωή / The Folly of Fools, εκδ. Κάτοπτρο, 2016

Περισσότερα: http://www.katoptro.gr/index.php?page=shop.product_details&flypage=flypage.tpl&product_id=346&vmcchk=1&option=com_virtuemart&Itemid=55
http://roberttrivers.com/Robert_Trivers/Welcome.html


Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Φωτεινή Φραγκούλη ~ Ελιά στο πέλαγος


Οι χαμένες ώρες
(Άσκηση ορθογραφίας)
Όσο ήταν μικρός και νέος, άκουγε τους ανθρώπους συχνά να λένε: «Πήγε χαμένη η ώρα μου».«Τόσος κόπος, χαμένη ώρα».«Την ώρα μου μόνο έχασα και αποτέλεσμα; Μηδέν».«Αχ, τόσες ώρες χαμένες!» Όλη του τη ζωή αναρωτιόταν. Και τώρα να, ακούει ακριβώς την ίδια απορία από τα χείλη του μικρού του εγγονού: «Πού πάει, παππού, η ώρα που χάθηκε;». Και αυτός, ο παππούς, απαντά με βεβαιότητα πια: «Οι ώρες που χάνονται πηγαίνουν στα λουλούδια των δέντρων. Τα ζεσταίνουν κι αυτά ωριμάζουν, γίνονται καρπός. Χρωματίζουν τα όνειρα, ωριμάζουν τα κρυφά συναισθήματα. Τρυπώνουν στις κατσαρόλες της κουζίνας και νοστιμίζουν τα φαγητά. Ωριμάζουν τις γεύσεις. Κρύβονται στα φτερά των μικρών πουλιών και τα δυναμώνουν. Ωριμάζουν τη στιγμή της απογείωσης. Οι χαμένες ώρες ξεκουράζονται στο μυαλό των καλλιτεχνών και τους δίνουν ιδέες για δημιουργία. Ωριμάζουν την έμπνευση. Πηγαίνουν και στα πόδια και στα χέρια του εργάτη. Τα χαϊδεύουν, τα ξεκουράζουν. Ωριμάζουν την κούραση, την κάνουν εμπειρία, μαστοριά. Κάθονται στου σταχυού το άγανο και μαθαίνουν από τον άνεμο τα μυστικά της ζωής. Κουρνιάζουν στις συντροφιές και δίνουν φωνή να τραγουδούν οι άνθρωποι τη χαρά και τη λύπη τους. Ωριμάζουν τα αισθήματα, τα κάνουν μουσική. Οι χαμένες ώρες χαϊδεύουν την απουσία των αγαπημένων μας. Τους ξαναφέρνουν στη μνήμη μας. Τον πόνο μας ωριμάζουν. «Αχ, παιδάκι μου! Και πού δεν πάνε οι χαμένες ώρες!» Κάθονται και στο μπαστούνι μου και μου φιλούν το χέρι. Ακουμπούν στις ρυτίδες του προσώπου μου και μου ψιθυρίζουν πως η ζωή είναι ωραία, ωραία κι ας είναι δύσκολη».«Δηλαδή, παππού, οι ώρες δε χάνονται;»
«Όχι, αγόρι μου. Τίποτα δε χάνεται. Οι χαμένες ώρες είναι μέσα σε όλα τα ώριμα και τα ωραία. Ίσως γι’ αυτό τα λέμε ωραία και ώριμα, γιατί μέσα τους κουβαλούν τις "χαμένες" μας ώρες». 



Φωτεινή Φραγκούλη, Ελιά στο πέλαγος, εκδ. Πατάκη, 2015, εικονογράφηση: Εύη Τσακνιά


«Το παραμύθι είναι σαν το λάδι.Τα λόγια του δεν εξατμίζονται, έχουν αυτό το μαγικό στοιχείο μέσα από τη μεταφορά που χρησιμοποιούν, ώστε να τα ακούμε γλυκύτερα. Λένε πως οι ιστορίες που μας αποκοιμίζουν είναι αυτές που μας κρατούν ξύπνιους.
Τα λόγια των παραμυθιών καταγράφονται πολύ βαθιά στις ψυχές, γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό για τα παιδιά να τα ακούν και να τα διαβάζουν. Πιστεύω πως αν δε συναντηθεί ο άνθρωπος γενικά με την Τέχνη, δεν εξημερώνεται. Η τέχνη θεραπεύει, είναι ένας τρόπος να εκφραστούν τα πάντα, και τα φωτεινά και τα σκοτεινά. Είναι αποφόρτιση και ενέργεια που διοχετεύεται».

*Στη μνήμη της Φωτεινής Φραγκούλη που απεβίωσε στις 28 Μαρτίου 2018.